Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to paper over
[phrase form: paper]
01
καλύπτω, κρύβω
to hide problems, disagreements, or differences instead of addressing them fully or resolving them
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
over
βασικό ρήμα
paper
ενεστώτας
paper over
γ΄ ενικό πρόσωπο
papers over
ενεστώτα μετοχή
papering over
απλός αόριστος
papered over
παθητική μετοχή
papered over
Παραδείγματα
They tried to paper over their differences, but deep down, the conflict remained.
Προσπάθησαν να καλύψουν τις διαφορές τους, αλλά βαθιά μέσα, η σύγκρουση παρέμεινε.



























