Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to hang over
[phrase form: hang]
01
κρέμομαι, απειλώ
(of a threat, problem, concern, etc.) to exist and create a sense of worry or uncertainty about what will happen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
hang
ενεστώτας
hang over
γ΄ ενικό πρόσωπο
hangs over
ενεστώτα μετοχή
hanging over
απλός αόριστος
hung over
παθητική μετοχή
hung over
Παραδείγματα
The possibility of layoffs was hanging over the employees, causing anxiety throughout the company.
Η πιθανότητα απολύσεων κρεμόταν πάνω από τους υπαλλήλους, προκαλώντας άγχος σε όλη την εταιρεία.



























