to hang over
hang
hæng
hāng
o
əʊ
ew
ver
handoverhangoverhannover

Ορισμός και σημασία του "hang over"στα αγγλικά

to hang over
01

κρέμομαι, απειλώ

(of a threat, problem, concern, etc.) to exist and create a sense of worry or uncertainty about what will happen 
to hang over definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
over
βασικό ρήμα
hang
ενεστώτας
hang over
γ΄ ενικό πρόσωπο
hangs over
ενεστώτα μετοχή
hanging over
απλός αόριστος
hung over
παθητική μετοχή
hung over
Παραδείγματα
The threat of a looming deadline hung over the project, adding pressure to complete it on time. 

Η απειλή ενός επικείμενου προθεσμίου κρεμόταν πάνω από το έργο, προσθέτοντας πίεση για να ολοκληρωθεί εγκαίρως.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store