Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get in on
01
συμμετέχω σε, εντάσσομαι σε
to participate in an ongoing activity or opportunity when others are already involved
Transitive: to get in on an activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in on
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get in on
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets in on
ενεστώτα μετοχή
getting in on
απλός αόριστος
got in on
παθητική μετοχή
gotten in on
Παραδείγματα
She wanted to get in on the discussion about the upcoming project.
Ήθελε να συμμετάσχει στη συζήτηση για το επερχόμενο έργο.



























