Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to get in on
[phrase form: get]
01
συμμετέχω σε, εντάσσομαι σε
to participate in an ongoing activity or opportunity when others are already involved
Transitive: to get in on an activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in on
βασικό ρήμα
get
ενεστώτας
get in on
γ΄ ενικό πρόσωπο
gets in on
ενεστώτα μετοχή
getting in on
απλός αόριστος
got in on
παθητική μετοχή
gotten in on
Παραδείγματα
The kids asked if they could get in on the baking fun in the kitchen.
Τα παιδιά ρώτησαν αν μπορούσαν να συμμετάσχουν στη διασκέδαση του ψησίματος στην κουζίνα.



























