Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to rain off
[phrase form: rain]
01
ακυρώνω λόγω βροχής, αναβάλλω λόγω βροχής
to cancel or postpone a match or game due to heavy rain or unfavorable weather conditions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
rain
ενεστώτας
rain off
γ΄ ενικό πρόσωπο
rains off
ενεστώτα μετοχή
raining off
απλός αόριστος
rained off
παθητική μετοχή
rained off
Παραδείγματα
The track and field event had to be rained off for safety reasons during the lightning storm.
Η διοργάνωση στίβου έπρεπε να ακυρωθεί λόγω βροχής για λόγους ασφαλείας κατά τη διάρκεια της καταιγίδας.



























