Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to meet with
01
συναντώ, λαμβάνω
(of ideas, proposals, or actions) to experience a certain reaction or response
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
meet
ενεστώτας
meet with
γ΄ ενικό πρόσωπο
meets with
ενεστώτα μετοχή
meeting with
απλός αόριστος
met with
παθητική μετοχή
met with
Παραδείγματα
Despite initial doubts, their suggestion eventually met with success and acclaim.
Παρά τις αρχικές αμφιβολίες, η πρότασή τους τελικά συνάντησε επιτυχία και επαίνους.
02
συναντώ, συνεδριάζω με
to have a meeting or discussion with someone, typically for professional or formal purposes
Παραδείγματα
We often meet with our colleagues to review project updates.
Συχνά συναντιόμαστε με τους συναδέλφους μας για να εξετάσουμε τις ενημερώσεις του έργου.
03
συναντώ, αντιμετωπίζω
to experience or encounter something unfortunate or unpleasant
Παραδείγματα
He met with financial difficulties after losing his job.
Συνάντησε οικονομικές δυσκολίες μετά την απώλεια της δουλειάς του.



























