Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to live off
01
ζω από, επιβιώνω χάρη σε
to financially survive by depending on someone or something else
Transitive: to live off a financial resource
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
off
βασικό ρήμα
live
ενεστώτας
live off
γ΄ ενικό πρόσωπο
lives off
ενεστώτα μετοχή
living off
απλός αόριστος
lived off
παθητική μετοχή
lived off
Παραδείγματα
The unemployed man is currently living off his savings until he finds a new job.
Ο άνεργος άνδρας ζει προς το παρόν από τις οικονομίες του μέχρι να βρει νέα δουλειά.
02
ζω από, τρεφόμαι με
to depend on a particular food for survival
Transitive: to live off specific food items
Παραδείγματα
The survivalist lived off wild plants and insects in the wilderness.
Ο επιζών ζούσε από άγρια φυτά και έντομα στην άγρια φύση.



























