to have round
have
hæv
hāv
round
raʊnd
rawnd

Ορισμός και σημασία του "have round"στα αγγλικά

to have round
01

προσκαλώ, φιλοξενώ

to invite someone to one's home for a social visit or gathering 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
round
βασικό ρήμα
have
ενεστώτας
have round
γ΄ ενικό πρόσωπο
has round
ενεστώτα μετοχή
having round
απλός αόριστος
had round
παθητική μετοχή
had round
Παραδείγματα
We're planning to have the new neighbors round for a welcome party. 

Σχεδιάζουμε να καλέσουμε τους νέους γείτονες για ένα πάρτι καλωσορίσματος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store