Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to catch up on
01
καταφέρνω να κάνω, προλαβαίνω
to complete or do something that one could not do earlier, often because of a busy schedule
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up on
βασικό ρήμα
catch
ενεστώτας
catch up on
γ΄ ενικό πρόσωπο
catches up on
ενεστώτα μετοχή
catching up on
απλός αόριστος
caught up on
παθητική μετοχή
caught up on
Παραδείγματα
I need to catch the laundry up on the weekend.
Πρέπει να καταφέρω τα πλυσιματα το σαββατοκύριακο.



























