Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bottle out
[phrase form: bottle]
01
αποσύρομαι λόγω φόβου, χάνω το θάρρος
to decide not to do something because of a sudden fear or anxiety
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
bottle
ενεστώτας
bottle out
γ΄ ενικό πρόσωπο
bottles out
ενεστώτα μετοχή
bottling out
απλός αόριστος
bottled out
παθητική μετοχή
bottled out
Παραδείγματα
He bottled out when it was time to jump from the high diving board.
Έχασε το θάρρος του όταν ήρθε η ώρα να πηδήξει από το ψηλό τραμπολίνο.



























