Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bottle out
01
αποσύρομαι λόγω φόβου, χάνω το θάρρος
to decide not to do something because of a sudden fear or anxiety
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
out
βασικό ρήμα
bottle
ενεστώτας
bottle out
γ΄ ενικό πρόσωπο
bottles out
ενεστώτα μετοχή
bottling out
απλός αόριστος
bottled out
παθητική μετοχή
bottled out
Παραδείγματα
The team captain bottled out the risky strategy before the game.
Ο αρχηγός της ομάδας δειλιάζει από την επικίνδυνη στρατηγική πριν από το παιχνίδι.



























