Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Spare-part surgery
01
χειρουργική ανταλλακτικών, προσθετική χειρουργική
a surgical procedure to replace defective or damaged organs by transplanting or implanting artificial ones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
spare-part surgeries
LanGeek



























