house call
house
haʊs
haws
call
kɔ:l
kawl

Ορισμός και σημασία του "house call"στα αγγλικά

01

επισκέψη στο σπίτι, συμβουλευτική στο σπίτι

a visit made to a patient or client in their own home by a doctor or other professional 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
house calls

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store