compound noun
com
ˈkɒm
kom
pound
paʊnd
pawnd
noun
naʊn
nawn

Ορισμός και σημασία του "compound noun"στα αγγλικά

01

σύνθετο ουσιαστικό, σύνθετη ονομασία

(grammar) a noun that is formed by two or more words 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
compound nouns
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store