middle ground
mi
ˈmɪ
mi
ddle
dəl
dēl
ground
graʊnd
grawnd

Ορισμός και σημασία του "middle ground"στα αγγλικά

01

κοινό έδαφος, μέση οδός

a compromise between two sides 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store