Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Middle ground
01
κοινό έδαφος, μέση οδός
a compromise between two sides
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κοινό έδαφος, μέση οδός
LanGeek