Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Kitchen porter
01
πλύνων πιάτα, βοηθός κουζίνας
someone whose job is to wash dishes and do other simple tasks in the kitchen of a hotel, restaurant, etc.
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
kitchen porters



























