Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to ring in
01
γιορτάζω, καλωσορίζω
to celebrate a special occasion, often a new year, by some form of special activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
in
βασικό ρήμα
ring
ενεστώτας
ring in
γ΄ ενικό πρόσωπο
rings in
ενεστώτα μετοχή
ringing in
απλός αόριστος
rang in
παθητική μετοχή
rung in
Παραδείγματα
We'll ring in the New Year with a spectacular fireworks display.
Θα καλωσορίσουμε το νέο έτος με ένα θεαματικό πυροτεχνηματικό σόου.
02
τηλεφωνώ για να αναφέρω μια απουσία, τηλεφωνώ για να ειδοποιήσω ότι δεν μπορώ να έρθω λόγω ασθένειας
to make a phone call to your workplace, typically to report an absence and explain the reason
Dialect
British
Transitive
Παραδείγματα
She had to ring in to let her boss know she couldn't come in due to illness.
Έπρεπε να τηλεφωνήσει για να ενημερώσει το αφεντικό της ότι δεν μπορούσε να έρθει λόγω ασθένειας.



























