cataphora
ca
ta
ˈtæ
pho
ra

Ορισμός και σημασία του "cataphora"στα αγγλικά

01

καταφορά, η χρήση μιας λέξης ή φράσης που αναφέρεται ή έχει την ίδια σημασία με μια μεταγενέστερη λέξη

(grammar) the use of a word or phrase that refers to or has the same meaning as a later word 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cataphoras
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store