flash mob
flash
flæʃ
flāsh
mob
mɒb
mob

Ορισμός και σημασία του "flash mob"στα αγγλικά

01

flash mob, αστραπιαία συγκέντρωση

a large group of people organized using social media who gather together publicly at an exact time, do something for a short time and then disperse 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
flash mobs
Παραδείγματα
I saw a flash mob in the park yesterday, and it was such a fun surprise. 

Είδα ένα flash mob στο πάρκο χθες, και ήταν μια τόσο διασκεδαστική έκπληξη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store