clothes store
clothes
kləʊðz
κλεουδζ
store
stɔ:
στο

Ορισμός και σημασία του "clothes store"στα αγγλικά

01

κατάστημα ρούχων, μπουτίκ ρούχων

a shop or store that sells clothing 
clothes store definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
clothes stores
Παραδείγματα
He found a great deal on jeans at the clothes store. 

Βρήκε μια εξαιρετική προσφορά για τζιν στο κατάστημα ρούχων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store