Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blustering
01
φαφλατάς, επιθετικός
having a forceful or overly assertive manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most blustering
συγκριτικός βαθμός
more blustering
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, communication, personality
Παραδείγματα
The politician’s blustering speech failed to convince the crowd.
Ο θορυβώδης λόγος του πολιτικού απέτυχε να πείσει το πλήθος.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
blustering
bluster



























