Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
blustering
01
φαφλατάς, επιθετικός
having a forceful or overly assertive manner
Παραδείγματα
His blustering threats did n’t intimidate anyone.
Οι θορυβώδεις απειλές του δεν τρόμαξαν κανέναν.
Λεξικό Δέντρο
blustering
bluster



























