Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wind generation
01
αιολική παραγωγή, παραγωγή ενέργειας από τον άνεμο
power derived from the wind (as by windmills)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wind generations
LanGeek



























