Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wind farm
01
αιολικό πάρκο, αιολική φάρμα
a place located in land or sea where a group of devices, called wind turbines, use the wind to generate electricity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
wind farms
Παραδείγματα
The new wind farm will provide clean energy to thousands of homes.
Ο νέος αιολικός πάρκος θα παρέχει καθαρή ενέργεια σε χιλιάδες σπίτια.



























