Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to blow a fuse
01
εκρήγνυμαι από θυμό, χάνω εντελώς την ψυχραιμία μου
to suddenly lose one's temper and become extremely angry
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
My father blew a fuse when he saw the broken TV.
Ο πατέρας μου εξερράγη από θυμό όταν είδε τη σπασμένη τηλεόραση.



























