waste of money
waste
ˈweɪst
veist
of
əv
ēv
mo
ma
ney
ni
ni

Ορισμός και σημασία του "waste of money"στα αγγλικά

Waste of money
01

σπατάλη χρημάτων, απώλεια χρημάτων

money expended without receiving a satisfactory or adequate return, often implying poor value or unnecessary expenditure 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
wastes of money
Παραδείγματα
Buying that expensive gadget turned out to be a waste of money. 

Η αγορά αυτού του ακριβού gadget αποδείχθηκε σπατάλη χρημάτων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store