Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Two-dimensional figure
01
δισδιάστατη φιγούρα, δισδιάστατο σχήμα
a flat shape or form that exists only on a surface, and has length and width, but no depth or thickness
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
two-dimensional figures
LanGeek



























