Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to turn off
01
σβήνω, κλείνω
to cause a machine, device, or system to stop working or flowing, usually by pressing a button or turning a switch
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
turn
ενεστώτας
turn off
γ΄ ενικό πρόσωπο
turns off
ενεστώτα μετοχή
turning off
απλός αόριστος
turned off
παθητική μετοχή
turned off
Παραδείγματα
Don't forget to turn off the TV when you're finished watching it.
Μην ξεχάσετε να κλείσετε την τηλεόραση όταν τελειώσετε να την παρακολουθείτε.
02
αποτρέπω, απωθώ
to make someone strongly dislike something
Παραδείγματα
The rude behavior of the waiter turned off the customers.
Η αγενής συμπεριφορά του σερβιτόρου απώθησε τους πελάτες.
03
στρίβω, αλλάζω κατεύθυνση
to alter the direction of a vehicle or object
Παραδείγματα
The car turned off sharply to avoid colliding with the oncoming traffic.
Το αυτοκίνητο στράφηκε απότομα για να αποφύγει τη σύγκρουση με τον αντίθετο κυκλοφοριακό ρεύμα.
Turn off
01
αποτρεπτικός παράγοντας, απωθητικό
a characteristic, behavior, or feature that makes someone lose attraction or interest in a person or situation
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
turn-offs
Παραδείγματα
His arrogance is a huge turn off.
Η αλαζονεία του είναι ένα τεράστιο απωθητικό.



























