to trick out
Pronunciation
/tɹˈɪk ˈaʊt/

Ορισμός και σημασία του "trick out"στα αγγλικά

to trick out
01

στολίζομαι, ντύνομαι κομψά

put on special clothes to appear particularly appealing and attractive
to trick out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
trick
ενεστώτας
trick out
γ΄ ενικό πρόσωπο
tricks out
ενεστώτα μετοχή
tricking out
απλός αόριστος
tricked out
παθητική μετοχή
tricked out
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store