Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tree hugger
01
ριζοσπαστικός περιβαλλοντολόγος, αγκαλιάζω δέντρα
a person strongly committed to environmental protection, often mocked as idealistic
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
tree huggers
Παραδείγματα
He rolled his eyes and muttered tree hugger.
Γύρισε τα μάτια του και μουρμούρισε περιβαλλοντολόγος.
LanGeek



























