traffic jam
Pronunciation
/ˈtræfɪk ˌʤæm/

Ορισμός και σημασία του "traffic jam"στα αγγλικά

01

κίνηση, κομβική κίνηση

a large number of bikes, cars, buses, etc. that are waiting in lines behind each other which move very slowly
traffic jam definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
traffic jams
Παραδείγματα
The traffic jam cleared up after the accident was cleared from the road.
Το μποτιλιάρισμα διαλύθηκε αφού το ατύχημα απομακρύνθηκε από το δρόμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store