Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tracing paper
01
χαρτί αντιγραφής, διαφανές χαρτί
a thin, translucent paper used to trace or transfer images or drawings onto other surfaces
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tracing papers
Παραδείγματα
The engineer utilized tracing paper to trace the circuit diagram for the electronic device.
Ο μηχανικός χρησιμοποίησε χαρτί αντιγραφής για να αντιγράψει το διάγραμμα του κυκλώματος της ηλεκτρονικής συσκευής.



























