Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bipartisan
01
διμερής, διμερής
involving the cooperation or agreement of two political parties, especially those usually opposed to each other, to achieve a common goal or outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
politics, cooperation, government
Παραδείγματα
The bipartisan committee worked together to draft legislation addressing the economic challenges facing the country.
Η διμερής επιτροπή συνεργάστηκε για την κατάρτιση νομοθεσίας που αφορά τις οικονομικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει η χώρα.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bipartisan
partisan



























