Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ticket checker
01
ελεγκτής εισιτηρίων, επιθεωρητής εισιτηρίων
someone who is paid to admit only those who have purchased tickets
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ticket checkers
LanGeek



























