Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Test paper
01
φύλλο εξέτασης, γραπτή εξέταση
a written examination
02
χαρτί δοκιμής, αντιδραστικό χαρτί
paper impregnated with an indicator for use in chemical tests
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
test papers
LanGeek



























