Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Terrorist
01
τρομοκράτης, βίαιος εξτρεμιστής
person who uses violence or threats to achieve political or ideological goals by targeting innocent people or civilians
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
terrorists
Παραδείγματα
The terrorist group claimed responsibility for the bombings that occurred in the city's central square.
Η τρομοκρατική ομάδα ανέλαβε την ευθύνη για τις βομβιστικές επιθέσεις που σημειώθηκαν στην κεντρική πλατεία της πόλης.
Λεξικό Δέντρο
terrorist
terror



























