Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Tea gown
01
φόρεμα για τσάι, ανεπίσημο φόρεμα
a loose-fitting, informal dress worn by women during the late 19th and early 20th centuries for informal occasions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
tea gowns



























