Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to supervise
01
εποπτεύω, επιβλέπω
to be in charge of someone or an activity and watch them to make sure everything is done properly
Transitive: to supervise a person or activity
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
supervise
γ΄ ενικό πρόσωπο
supervises
ενεστώτα μετοχή
supervising
απλός αόριστος
supervised
παθητική μετοχή
supervised
Παραδείγματα
The experienced manager supervised the team during a crucial phase.
Ο έμπειρος μάνατζερ επέβλεψε την ομάδα κατά τη διάρκεια μιας κρίσιμης φάσης.
02
εποπτεύω, επιβλέπω
to watch over someone as a security measure
Transitive: to supervise sb/sth
Παραδείγματα
The park ranger supervises visitors to ensure they respect the natural environment.
Ο δασοφύλακας επιβλέπει τους επισκέπτες για να διασφαλίσει ότι σέβονται το φυσικό περιβάλλον.



























