sugar pea
su
ˈʃʊ
shoo
gar
pea
pi:
pi

Ορισμός και σημασία του "sugar pea"στα αγγλικά

01

ζαχαρόμπαρο, πράσινα μπιζέλια με επίπεδα βρώσιμα περικάρπια

green peas with flat edible pods 
sugar pea definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sugar peas
02

ζαχαρόμπινο, μπιζέλι με βρώσιμους λοβούς

variety of pea plant producing peas having thin flat edible pods 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store