Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Storage warehouse
01
αποθήκη αποθήκευσης, αποθήκη εμπορευμάτων
a storehouse for goods and merchandise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
storage warehouses



























