Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stick to
[phrase form: stick]
01
επιμένω σε, συνεχίζω να
to continue doing something even though there are some hardships
Transitive: to stick to an activity or routine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
stick
ενεστώτας
stick to
γ΄ ενικό πρόσωπο
sticks to
ενεστώτα μετοχή
sticking to
απλός αόριστος
stuck to
παθητική μετοχή
stuck to
Παραδείγματα
The team stuck to their strategy, even when they were losing the game.
Η ομάδα επέμεινε στη στρατηγική της, ακόμα και όταν έχανε το παιχνίδι.
02
κολλάω σε, παραμένω στενά προσκολλημένος σε
to remain firmly attached to something
Transitive: to stick to sth
Παραδείγματα
The stickers on the window stuck to the glass due to the heat.
Οι αυτοκόλλητoι στο παράθυρο κολλήσαν στο γυαλί λόγω της ζέστης.



























