Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stick to
01
επιμένω σε, συνεχίζω να
to continue doing something even though there are some hardships
Transitive: to stick to an activity or routine
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
stick
ενεστώτας
stick to
γ΄ ενικό πρόσωπο
sticks to
ενεστώτα μετοχή
sticking to
απλός αόριστος
stuck to
παθητική μετοχή
stuck to
Παραδείγματα
The student stuck to her study schedule, even when exams seemed overwhelming.
Η φοιτήτρια κολλήσει στο πρόγραμμα μελέτης της, ακόμα και όταν οι εξετάσεις φαίνονταν συντριπτικές.
02
κολλάω σε, παραμένω στενά προσκολλημένος σε
to remain firmly attached to something
Transitive: to stick to sth
Παραδείγματα
The gum stuck to the bottom of my shoe, making it difficult to walk.
Η τσίχλα κολλήσει στην σόλα του παπουτσιού μου, κάνοντας δύσκολο το περπάτημα.



























