bent on
bent
bɛnt
bent
on
ɒn
on

Ορισμός και σημασία του "bent on"στα αγγλικά

01

αποφασισμένος, πλήρως αφοσιωμένος

determined or fully committed to pursuing a particular course of action 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most bent on
συγκριτικός βαθμός
more bent on
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store