Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sport jacket
01
σπορ σακάκι, μπλέιζερ
lightweight single-breasted jacket; often striped in the colors of a club or school
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
sport jackets
LanGeek



























