Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Sperm cell
01
σπερματοζωάριο, κύτταρο σπέρματος
a small, specialized reproductive cell in the male body that fertilizes the female egg during sexual reproduction
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
sperm cells



























