special k
spe
ˈspɛ
spe
cial
ʃəl
shēl
k
keɪ
kei
special K

Ορισμός και σημασία του "Special K"στα αγγλικά

01

Ειδικό K, Ειδική κεταμίνη

ketamine, a dissociative anesthetic sometimes used recreationally for its hallucinogenic and sedative effects 
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
Παραδείγματα
He took some Special K at the rave. 

Πήρε λίγο Special K στο ραβέ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store