Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to speak up
01
εκφράζομαι, μιλάω ανοιχτά
to express thoughts freely and confidently
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
up
βασικό ρήμα
speak
ενεστώτας
speak up
γ΄ ενικό πρόσωπο
speaks up
ενεστώτα μετοχή
speaking up
απλός αόριστος
spoke up
παθητική μετοχή
spoken up
Παραδείγματα
Employees need to speak up if they witness unethical behavior.
Οι εργαζόμενοι πρέπει να εκφραστούν αν γίνουν μάρτυρες ανήθικης συμπεριφοράς.
02
μιλά πιο δυνατά, υψώνω τη φωνή μου
to speak in a louder voice
Intransitive
Παραδείγματα
Even in a crowded room, he managed to speak up and be heard.
Ακόμα και σε ένα γεμάτο δωμάτιο, κατάφερε να μιλήσει δυνατά και να ακουστεί.



























