Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Space laboratory
01
διαστημικό εργαστήριο, διαστημικός σταθμός
a manned artificial satellite in a fixed orbit designed for scientific research
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
space laboratories



























