to sow one's (wild) oats
sow
səʊ
σεου
<i>one's</i>
wʌnz
ουανζ
(wild)
waɪld
ουαιλντ
oats
əʊts
εουτσ

Ορισμός και σημασία του "sow one's (wild) oats"στα αγγλικά

to sow one's (wild) oats
01

κάνει ξέφρενη ζωή, ζει ανέμελα και ερωτικά

to engage in casual sexual encounters without commitment or serious relationships, particularly during one's youth 
ιδιωματισμός
ανεπίσημο
Παραδείγματα
In his twenties, he spent years sowing his wild oats. 

Στα είκοσί του πέρασε χρόνια κάνοντας ξέφρενη ζωή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store