Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Snow-blindness
01
χιονοτυφλώσεις, οφθαλμία από χιόνι
a condition of being temporarily unable to see due to one's eyes being exposed to ultraviolet rays reflected off snow or ice
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο



























